Βλέποντας την αλληλεγγύη στους μετανάστες από ανθελληνική σκοπιά

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΕΙ.
ΤΟ GREEK DREAM ΤΕΛΕΙΩΣΕ! ΑΣ ΤΟ ΓΙΟΡΤΑΣΟΥΜΕ ΔΕΡΝΟΝΤΑΣ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ…

 Το ελληνικό κράτος τις πρώτες μέρες του 2012 δίνει τη μάχη να επιβιώσει στο διεθνή οικονομικό πόλεμο όπως εμφανίζεται η κρίση/αναδιάταξη του λόγου της οικονομίας σα σημείου της κυριαρχίας, στο κεντρικοπολιτικό θέαμα. Αυτή η πολεμική μεταφορά συγκροτεί και δημιουργεί ένα διαρκές καθεστώς συλλογικής ανασφάλειας και φόβου για την ολική απώλεια των κεκτημένων εθνικών προνομίων στην εργασία και την κατανάλωση. Είναι μια αφήγηση που οριοθετεί τον κοινωνικό ανταγωνισμό γύρω από ένα εθνικό επιβιωτισμό. Η προβληματική που παράγει ο μεγάλος εθνικός κίνδυνος συσπειρώνει τους πολιτικούς λόγους γύρω από την ελληνική ταυτότητα. Ο καθένας, δεξιός ή αριστερός, ρεφορμιστής ή επαναστάτης καλείται να εκτιμήσει τον κίνδυνο, να μιλήσει για το πόσο κοντινός ή μακρινός είναι, να αξιολογήσει την ένταση και τις διακυμάνσεις του και να προτείνει το δικό του πρόταγμα εθνικής σωτηρίας. Η διέξοδος της Ελλάδας από την debtocracy (χρεοκρατία) με φιλελεύθερο ή αντικαπιταλιστικό τρόπο, με διαγραφή, κούρεμα ή όχι του χρέους είναι το κεντρικό πρόταγμα για όλους από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών μέχρι την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α..
Είναι πλέον σα να έχει συγκροτηθεί ο greek nightmare σαν προωθητική δύναμη του εθνικισμού της ύφεσης σαν την πλήρη αντιστροφή και το πένθος του greek dream. O τρόμος μιας έλλειψης βασικών ειδών εισαγωγής, τoυ να γίνονται food riots και λιμοί στην Ελλάδα της πάλαι ποτέ μεγάλης ιδέας των Ολυμπιακών και της ΟΝΕ. Αυτός ο μαζικός φόβος των Ελλήνων θέτει ένα νέο λόγο εθνικής ασφάλειας μέσα από το άγχος υπεράσπισης της βιοπολιτικής αξίας των ζωών τους. Έτσι αυτή η κατάρρευση αναδημιουργεί εθνική ενότητα, την εξοπλίζει με νέα όπλα που δείχνουν τη ρατσιστική αποτελεσματικότητα τους στα κυνήγια ξένων όπου υπάρχει μαζική παρουσία μεταναστών, στην Πάτρα, στην Ηγουμενίτσα στο κέντρο της Αθήνας. Στην τελευταία συνέβη και το αξιοσημείωτο σε ένταση και διάρκεια και πανεθνική αποδοχή πογκρόμ του Μαΐου του 2011 με κύριο στόχο βορειοαφρικανούς και ασιάτες μετανάστες αλλά και κινέζους, και ξανά βαλκάνιους, για να μην ξεχνάμε ότι το αντιαλβανικό πογκρόμ του 2004 είναι πάντα εδώ, σα τεχνογνωσία, σα μνήμη και ένα παράδειγμα ταχύτητας και ευκρίνειας στη στόχευση που μπορεί να ξαναξιοποιηθεί. Γιατί το greek dream και o greek nightmare για μας είναι οι δυο όψεις του ίδιου ρατσιστικού βόθρου σε διαφορετικό χρόνο.

Και οι φασίστες; Κάποιοι ακόμη καθημερινοί  Έλληνες…

Και ενώ η μετανάστευση συνεχίζει να διασαλεύει την ομοιογένεια του έθνους, οι φασίστες, η κορφή του ρατσιστικού παγόβουνου γίνονται από πολιτικό περιθώριο αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής ομαλότητας. Μέσα στις κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας (ΛΑ.Ο.Σ.), στα συνδικάτα (π.χ. ΕΘΕΛ χρυσή αυγή), στα δημοτικά συμβούλια (Μιχαλολιάκος κλπ), στους αγανακτισμένους (παρόλο το ευχάριστο ξύλο που έφαγαν κυρίως στο Σύνταγμα), στις γειτονιές (όχι μόνο στον Αγ. Παντελεήμονα) είναι πλέον και θεαματικά μια αποδεκτή ορατότητα. Όλα αυτά  δημιουργούν μια συγκυρία που θέτει τη μαχητική σύγκρουση με το φασισμό και το ρατσισμό της ελληνικής κοινωνίας σε αναγκαία προτεραιότητα των ριζοσπαστικών κύκλων. Κι όταν λέμε ρατσισμό εννοούμε από τον εθνικιστή της γειτονιάς και της σχολής σε μικροφυσικό επίπεδο μέχρι σε γραμμομοριακή κλίμακα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών. Όποιος δε βλέπει το στόχο μάλλον παραπαίει ανάμεσα σε έναν αντιιμπεριαλισμό (αντιγερμανικό, αντισιωνιστικό, αντιαμερικανικό, αντιΔΝΤ κλπ) και σε έναν αφηρημένο αντικαπιταλισμό. Γιατί δεν αντιλαμβάνεται ότι το πρόβλημα του εθνορατσισμού θα τεθεί με τον πλέον οξυμένο τρόπο σε μια ενδεχόμενη παραγωγή ανεξέλεγκτων ταραχών λόγω της κρίσης/αναδιάταξης του λόγου της οικονομίας που αμφισβητεί την ίδια την εργασία ως αξία, Κανένα ερώτημα ριζοσπαστικής προοπτικής δεν μπορεί να τεθεί χωρίς την αποδιάρθρωση της ελληνικής ταυτότητας. Το σύνθημα φροντίστε αυτοί που χτυπάνε μετανάστες να μη ξαναχτυπήσουν ποτέ παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ. Κι όμως παρόλα αυτά η αλληλεγγύη στους μετανάστες παραμένει ένα αδιάφορο θέμα, για μεγάλο μέρος των ριζοσπαστικών κύκλων και όταν γίνεται συχνά στοχεύει απλά στην ενσωμάτωση σε μια πολιτική ατζέντα ενός ελληνικού σχηματισμού, δηλαδή στην ελληνοποίηση τους.

Ο αντιρατσισμός ως όρος για οποιαδήποτε επανάσταση…
Έτσι η αλληλεγγύη στα σώματα που στοχοποιεί ο εγχώριος ρατσισμός και σεξισμός δε θεωρείται σαν προυπόθεση οποιασδήποτε ριζοσπαστικής κριτικής του υπάρχοντος αλλά δευτερεύον πάρεργο στην επιδίωξη της συνοχής του λαού και του έθνους, στον αγώνα ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο. Για μας αποτελεί μια εντελώς αυτόνομη πρακτική μέσα στο εσωτερικό των ανταγωνιστικών στρατηγικών. Αντιμετωπίζει το ρατσισμό σα κάθε σημείο που ομογενοποιεί και ταξινομεί πληθυσμιακές ομάδες ως ετερότητες για να ορίσει τη δική του ταυτότητα. Από ριζοσπαστική σκοπιά αλληλεγγύη για μας σημαίνει επίθεση σε αυτήν την ταυτότητα και στα υλικά προνομία και στους αποκλεισμούς που την αποτελούν και των θεσμικών δομών που την παράγουν εκ νέου. Είτε είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που κρατούν ένα κομμάτι των ξένων τους απαγορευμένους μετανάστες στη χειρότερη κατάσταση εξαίρεσης και στην απειλή της εξόντωσης είτε το βλέμμα μίσους στο μετανάστη μαγαζάτορα που αποκλίνει ελαφρώς απ’ τη θέση στον καταμερισμό εργασίας που τον προόρισε ο εθνικός κορμός και από θύμα έγινε στο ελάχιστο θύτης-μικροαφεντικό.

Μaking the immigrant’s gender
Την ίδια απέχθεια αισθανόμαστε στον τρόπο που ο ελληνικός λόγος εμφυλοποιεί τα σώματα των μεταναστών. Τα γυναικεία σώματα όπως σε κάθε φαλλοκεντρισμό καθίστανται μη-πρόσωπα,Είτε υστερικοποιούνται  (υπερσεξουαλικοποιούνται) είτε αποσεξουαλικοποιούνται, διαδικασία που συχνά γίνεται ταυτόχρονα σε διαφορετικά επίπεδα. Εμφανίζονται σαν τα απόλυτα θύματα μιας ξένης και μακρινής απ’ τη φιλελεύθερη Ελλάδα πατριαρχίας, άρα φυσικοποιείται τα να τις βιάζουν μαζικά οι Έλληνες μέσα από την καταναγκαστική πορνεία, καθώς σε κάθε περίπτωση δε θεωρούνται υποκείμενα με τη δική τους ηδονή, αλλά καταπιεσμένες, αντικείμενα οίκτου από τη χειραφετημένη και αξιοπρεπή ελληνική θηλυκότητα. Ακόμα και όταν γίνονται φορείς επιθυμιών αυτές πρέπει να είναι έκφυλες και διεστραμμένες κίνδυνοι για την ανδρική ψυχική και σωματική υγεία και την οικογενειακή σταθερότητα. Αυτό σημαίνει ότι δε θεωρούνται κυρίαρχα σεξουαλικά υποκείμενα αλλά τέρατα ζήλιας, επιθετικότητας και μίσους προς τους έλληνες που τους φιλοξενούν γεμάτα με  συμπλέγματα καταπίεσης. Αυτό το παρανοϊκό μίγμα ρατσιστικής ανθρωπολογίας και ψυχανάλυσης ανθίζει παντού στον ελληνικό βόθρο, απ’ το μέσο οικογενειακό τραπέζι ως το Nitro και τις πολιτικές εφημερίδες, άλλοτε πιο ειλικρινά άλλοτε πιο συγκαλυμμένα συχνά με τρόπο ενοχικό και με μια αυτοκριτική που συντηρεί τα ίδια τα στερεότυπα. Επιδιώκει να θυματοποιήσει την ελληνική ταυτότητα. Αυτό είναι πιο διαυγές στη συζήτηση για το σεξισμό και τους βιασμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά γίνονται αντικείμενο συζήτησης και προβληματικής μόνο όταν οι θύτες μπορει να είναι μετανάστες, ώστε να αποφασιστεί σε ποιά εθνική/φυλετική ταυτότητα θα είναι τα θύματα των επόμενων πογκρόμ και να αυτοδικαιωθεί η ελληνική πατριαρχία. Δεν το λέμε για πλάκα. Αρκετά κυνήγια μεταναστών τόσο σε μητροπολιτικές γειτονιές όσο και στα πιο απόμερα ελληνοχώρια έχουν ξεκινήσει με μια φήμη ότι ένας μέλος μιας άλλης εθνικότητας βίασε Ελληνίδα.

Και τα prole/επαναστατικά προσχήματα για τη ρατσιστική διαλογή…
Τα ελληνικά αντανακλαστικά οδηγούν ακριβώς σε κάθε συζήτηση για την αλληλεγγύη στους μετανάστες να συντηρούν τα ρατσιστικά στερεότυπα για τους μολυσματικούς ξένους. Τα οποία εμφανίζονται με τη μορφή ενός υγειονομικού άγχους. Άλλοτε κυριολεκτικά όταν οι μετανάστες κατηγορούνται ως φορείς ασθενειών που απειλούν τη λαϊκή υγιεινή. Αυτή η προβληματική πέρα από το στιγματισμό των σωμάτων τους ως εκφυλα, μήτρα κάθε φασιστικής ευγονικής ορίζει την ύπαρξη τους στο εθνικό έδαφος με βάση τη βιοπολιτική αξιοποίηση τους., Πράγμα που δεν αφορά μόνο την απόδοση τους στην αγορά εργασίας και το πεδίο της οικονομίας, αλλά ακόμα το πόσο «εξέγερσιμο» υλικό για επανάσταση θεωρούνται. Η ριζοσπαστική βιοπολιτική έτσι αναπαράγει,τα ίδια άγχη, τους ίδιους φόβους και πανικούς μέσω τους οποίους διαλέγει και ταξινομεί τους ξένους με οποιοδήποτε think  tank, αυτή τη φορά με αντικαπιταλιστική σκοπιά. Έτσι σε διατυπώσεις του τύπου «ο πρεζέμπορος μετανάστης είναι εχθρός μου» δεν έχουμε να μιλήσουμε για τη βία, την ένταση και το σκληρό δεσποτισμό της οικονομίας του εγκλήματος όπου εκεί η εξουσία της οικονομίας και του καταμερισμού εργασίας τοποθετεί όσους η ζωή τους δεν αξίζει να βιωθεί. Δεν έχουμε κανένα λόγο να προβληματικοποιήσουμε το στόχο του ρατσιστικού λόγου. Αντίθετα θα μιλήσουμε πάλι για τον Έλληνα ρατσιστή και την υγιεινή του ,την τοξικοφοβία του, το στιγματισμό της χρήσης και της εξάρτησης. Έτσι στοχοποιεί την πρέζα για την καταστολή των κοινωνικών κινημάτων, την ίδια ώρα που το πρόβλημα είναι η διάχυτη μετατροπή του βίου του χρήστη σε σκάνδαλο για την κοινωνία των υγειών. Οι σκούπες για την «καθαρή πλατεία» στα Εξάρχεια, τα πογκρόμ στους χρήστες και τα λιντσαρίσματα μεταναστών με πρόσχημα την πρεζεμπορία για τη διατήρηση της ομαλότητας της επαναστατικής μας γειτονιάς, δείχνουν πως οι ριζοσπάστες έχουν διαμορφώσει νέα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία για πογκρόμ, με τρόπο που  βοηθάει τη συνοχή του ελληνικού λαού και την ενδυνάμωση/αορατοποίηση των ελληνικών μαφιών.

Κυνηγώντας μουσουλμάνους: ένα παλιό ελληνορθόδοξο χόμπι με νέα προσχήματα…
Το χειρότερο με την ελληνική ταυτότητα είναι η διαφάνεια της, η απόκρυψη των σχέσεων εξουσίας που παράγει. Όπως δείχνει και το παράδειγμα της ρατσιστικής εμφυλοποίησης των σωμάτων των άλλων ο Έλληνας αισθάνεται ότι μπορεί να ταξινομήσει και να μιλήσει για τους άλλους από καθαρή θέση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του Ισλάμ. Όταν αυτό είναι μακριά και η σχέση των Ελλήνων με το κοινωνικό συγκείμενο που τοποθετείται είναι μόνο θεαματική, τότε προβάλλουν τις δικές τους πολιτικές επενδύσεις πάνω τους, βλέποντας τους σαν εξιδανικευμένους εκφραστές των δικών τους αντιαμερικανικών και αντισιωνιστικών αφηγήσεων, ακόμα όμως και αυτή η προυπόθεση ελληνοποίησης φαίνεται πολύ λίγη όταν βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος ή βρίσκονται αντιμέτωποι με στρατόκαυλους ελληναράδες στο Κόσσοβο, στη Σομαλία, στο Αφγανιστάν και για να μη ξεχνάμε στη Σεμπρενίτσα (η μαζικότερη ρατσιστική σφαγή στη μεταπολεμική Ευρώπη ήταν η εθνοκάθαρση των μουσουλμάνων της Βοσνίας από τους ορθόδοξους της ελληνοσερβικής φιλίας).
Ιδίως όταν πλησιάζει η φιγούρα του μουσουλμάνου τους ελληνικούς ριζοσπαστικούς κύκλους τότε βγαίνουν στο προσκήνια όλες οι ισλαμόφοβες και αντιφονταμενταλιστικές αφηγήσεις, τότε φουντώνουν οι συζητήσεις για το πως θα μετατραπούν οι θρησκόληπτοι ξένοι σε επαναστατικά υποκείμενα πως θα αντιμετωπίσουμε την ισλαμική πατριαρχία,που είναι σαφώς η πιο βάναυση του κόσμου, ιδίως σε σχέση με τη δυτική και την ελληνική-αν υπάρχει τέτοια. Αυτό φάνηκε στα διάφορα απαξιωτικά σχόλια για τη στοχευμένη εξέγερση των μουσουλμάνων μεταναστών στις 22 Μαίου ενάντια σε μια αιχμή του ελληνικού ρατσισμού, στην ισλαμοφοβία με αφορμή το σκίσιμο του κορανίου από ένα ορθόδοξο καριόλη μπάτσο. Όταν μια χριστιανική κοινωνία προσπαθεί να εξοντώσει μια θρησκευτική ταυτότητα με εμπρηστικές επιθέσεις στους υπόγειους αυτοσχέδιους χώρους λατρείας, που καταφεύγουν επειδή  τους απαγορεύει ουσιαστικά να έχουν τζαμί, βλέποντας σε αυτή μια μολυσματική ετερότητα, τότε η αφηρημένη αντιθρησκευτική κριτική γίνεται κομμάτι του ρατσιστικού λόγου. Ιδίως όταν αυτό που τους δίνει αυτοπεποίθηση να κρίνουν το Ισλάμ από διάφανη θέση είναι ένας αθεϊσμός βασισμένος στο επιστημονικό καθεστώς αλήθειας και στις απελευθερωτικές αφηγήσεις της νεωτερικότητας που δεν είναι παρά προεκτάσεις του χριστιανικού λογοκεντρισμού.
Η ίδια η άθεη ισλαμοφοβία εκφέρει τη μυθολογία μιας  μετααποικιοκρατικής και μεταχριστιανικής κοινωνίας. Βασίζεται στα συστήματα εξουσίας του Λόγου, της λευκότητας, της υπεροχής του καθαρού πνεύματος από τη μολυσμένη σάρκα τα οποία όπλισαν κάθε δυτική ρατσιστική αφήγηση. Γι’ αυτό η αλληλεγγύη και η υπεράσπιση των μουσουλμάνων και των εκάστοτε άλλων είναι προϋπόθεση για κάθε ριζοσπαστική κριτική των καθεστώτων αλήθειας των δυτικών συστημάτων εξουσίας αλλά και της ίδιας της δύσης και της Ευρώπης ως σημείο συνοχής και συνείδησης και αφετηρίας ρατσιστικού μίσους. Μόνο με αυτούς τους όρους θα δημιουργήσουμε τη δυνατότητα να γκρεμίσουμε οικουμενικά κάθε είδους θεούς, ειδικούς, αφέντες, καθοδηγητές και παππάδες.

Ωπ! Μήπως η κατασκευή του υπεραρρενωπού μετανάστη είναι μια διέξοδος στην εθνική masculinity crisis;
Στον αντίποδα  κάποιοι αντιρατσιστές  βλέπουν τους μετανάστες με τον τρόπο που τους εμφυλοποιεί ο ελληνικός εθνικισμός. Γι’ αυτούς αποτελούν ένα (ακόμη…) εργαλείο για να επεκτείνουν την ελληνική πατριαρχία. για  να σχετικοποιήσουν την κριτική στο σεξισμό μέσα στην καθημερινότητα των κοινωνικών σχέσεων και να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του λόγου του εκάστοτε θύματος σεξιστικών και ρατσιστικών συμπεριφορών και το προνόμιο του να χτυπήσει το θύτη με τον τύπο βίας που επιλέγει(αυτοδικία) .Εξίσου συχνά  βρίσκουν μια αφορμή προνομιακής επιτήρησης και τιμωρίας των μεταναστών μέσα από την προστασία-των πάντα  αδύναμων(!)-γυναικών του χώρου. Και στις δύο περιπτώσεις ο σεξισμός των μεταναστών γίνεται το πρόσχημα για την ενίσχυση της δικών τους macho πρακτικών και της ρατσιστικής τους επιβολής.

Ξεφεύγοντας από κάθε καταγωγή, κληρονομιά και πατρίδα…
Τα προβλήματα αυτά προκύπτουν από τη μη αναγνώριση του έθνους σα μια αυτόνομη δομή εξουσίας. Η καταστροφή των πληθυσμιακών πολιτικών που συγκροτούν το έθνος μέσα από τα σύνορα, τη δικαϊκή/οικονομική  μηχανή και το σχήμα φυλή-καταγωγή-αίμα που σταθεροποιούν την ιδιοκτησία και την ανταλλαγή είναι αναγκαία για την καταστροφή της μορφής-κράτος και τη μη-επανεμφάνιση της στην εκάστοτε επαναστατική συγκυρία. Στη βάση αυτή η απεδαφικοποίηση των πληθυσμιακών ροών, το σαμποτάζ στον έλεγχο και στην κατανομή των σωμάτων στο γεωγραφικό πεδίο είναι αναγκαίος όρος για την καταστροφή του ελληνικού κράτους. Σε αυτό εντάσσεται και η καταστροφή της ελληνικής ταυτότητας και από τυπική και από υλική πλευρά σα σημείο προνομίου μέσα σε αυτό το γεωγραφικό χώρο. Γι’ αυτό ο ριζοσπαστικός αντιρατσισμός μας είναι ανθελληνικός: θέλει να αφελληνοποιήσει το συγκεκριμένο πληθυσμό, όχι ιδεολογικά αλλά μέσα από ενσώματες κοινωνικές εμπειρίες. Γι’ αυτό η αλληλεγγύη στους μετανάστες και η συνάντηση με τους άλλους μπαίνει σαν προϋπόθεση του ριζοσπαστισμού και της δημιουργικής αυτοκαταστροφής μας. Δεν ξέρουμε ούτε καθορίζουμε από πριν τι είναι επαναστατικό ή ρεφορμιστικό δεν επιβάλλουμε τις αφηρημένες ιδεολογίες μας στην πρακτική της αλληλεγγύης, απλώς σαμποτάρουμε στην πράξη τους αποκλεισμούς που στεριώνουν το εθνικό οικοδόμημα και τον καταμερισμό ρόλων βλέποντας την ελληνική πραγματικότητα σαν αυτό που είναι: μια ατελείωτη ασφυκτική φυλακή.

Nα τσακίσουμε τα κόκκαλα κάθε Έλληνα ρατσιστή πριν προλάβει να περάσει στην πράξη.
Η αλληλεγγύη στους μετανάστες μικροπωλητές ενάντια στους μπάτσους είναι μια αιχμή της συνολικής αλληλεγγύης στους μετανάστες ενάντια στην ελληνική-καθημερινότητα και στα κάθε είδους πατριωτικά σκατά της. 

  ΧΩΡΟΣ ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ

Αλληλεγγύη στη Στέλλα Αντωνίου

Στις 4/12/10 συλλαμβάνεται η αναρχική Στέλλα Αντωνίου. Μαζί της συλλαμβάνεται και ο σύντροφός της Κώστας Σακκάς. Κατηγορείται για συμμετοχή σε «άγνωστη τρομοκρατική οργάνωση» και είναι προφυλακισμένη στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού. Στην πραγματικότητα μοναδικό επιβαρυντικό στοιχείο ήταν μια πλαστή ταυτότητα την οποία είχε στην κατοχή της. Κατηγορήθηκε επίσης ότι δυο μέρες πριν τη σύλληψή της μπήκε στο Α.Τ. Καλλιθέας και επόπτευε την αποθήκη με τα όπλα και όταν η ίδια ζήτησε από τη μάρτυρα-μπάτσο που κατέδωσε το γεγονός να την αναγνωρίσει οι διωκτικές αρχές αρνήθηκαν να προχωρήσουν αυτή τη διαδικασία. Επίσης ζήτησε να αποδειχτεί μέσω της κάμερας που βρίσκεται έξω από το Α.Τ. αλλά έλαβε σαν απάντηση ότι η κάμερα είναι μόνο παρακολούθησης και όχι καταγραφής.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι λόγοι που έριξαν τη Στέλλα στα κάτεργα του εγκλεισμού είναι πολιτικοί. Το καθεστώς προκειμένου να θωρακιστεί και να προφυλαχτεί η ακεραιότητά του εκδικείται κάθε άτομο με επαναστατική δραστηριότητα. Η αντικαθεστωτική δράση της συντρόφισσάς μας Στέλλας Αντωνίου καθώς και των υπολοίπων συντρόφων και συντροφισσών που διώκονται για παρόμοιες υποθέσεις πλήττει το γόητρο του πλέγματος ασφαλείας. Ειδικά, η περίπτωση του εγκλεισμού αποτελεί την ύψιστη εκδικητική στάση της εξουσίας απέναντι σε όποιον δραπετεύει απ’ τη μάζα των εθελόδουλων και των υποταγμένων και στρέφεται στη μεριά της μάχης, στη μεριά του διαρκούς αγώνα. Γι’ αυτό όταν επιλέγεις να πολεμάς και όχι να συμβιβάζεσαι ή να υποδουλώνεσαι οι μηχανισμοί του κράτους σε διαχειρίζονται όπως επιτάσσουν οι νόμοι της δημοκρατίας προκειμένου να απαλλαχτούν απ’ τις όποιες ριζοσπαστικές τάσεις σ’ αυτήν την κοινωνία του φόβου και της υποτέλειας. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η κανονικότητα και η ηρεμία της εξουσίας. Στην περίπτωση της Στέλλας φτιάχτηκε ένα κατηγορητήριο από καθεστωτικές σκευωρίες καθώς η συμμετοχή της στον αναρχικό χώρο δημιούργησε ρήγματα.
Δεν θα μιλήσουμε για σαθρό ή πραγματικό κατηγορητήριο. Ούτως ή άλλως δεν αποδεχόμαστε το Ποινικό Δίκαιο για να το επικαλεστούμε κιόλας. Ωστόσο δεν μπορούμε να μην κάνουμε λόγο για το πόσο πολιτικά κίνητρα έχει η δίωξη της Στέλλας όπως και πολλών ακόμα ατόμων με αντικαθεστωτικές ενέργειες. Τα θεσμικά όργανα με πρώτα και κύρια τους μπάτσους και τους δικαστές (αφού αυτοί είναι οι πρώτοι διαχειριστές των νόμων) προκειμένου να διώξουν και να φυλακίσουν αγωνιστές και αγωνίστριες υπό το πρόσχημα της υγιούς ύπαρξης της δημοκρατίας δημιουργούν τους νόμους. Και ακριβώς επειδή «δημοκρατία έχουμε, οι νόμοι υπάρχουν για το καλό του λαού», η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων πατάει πάνω σε αυτήν την κοινωνική αποδοχή ώστε να μην υπάρχει γενικευμένος ξεσηκωμός κατά τη δίωξη κάποιου συντρόφου. Οι νόμοι άρα είναι το όπλο που καταδιώκει τις εξεγερμένες ατομικότητες και ομάδες και αναπλάθονται με τέτοιο τρόπο που να διαγράφουν όλο και περισσότερους μαχητές και μαχήτριες που παίρνουν θέση στο στρατόπεδο της διαρκούς επαναστατικής προώθησης.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά με την τροποποίηση του νέου αντιτρομοκρατικού νόμου παρατηρούνται πτυχές που αποβλέπουν στην πλήρη εκδικητικότητα απ’ τη μεριά του εχθρού μας. Πιο τρανταχτό είναι το γεγονός ότι προβλέπεται δήμευση των περιουσιών των δικασμένων ή υπόπτων για τρομοκρατία και των συγγενών τους.
Η Στέλλα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας ωστόσο οι αιτήσεις της για αποφυλάκιση είναι άκαρπες παρόλο που οι γιατροί της είναι κάθετοι ότι οι συνθήκες της φυλακής την επιβαρύνουν. Τα διωκτικά σώματα απαντούν πως υπάρχει νοσοκομείο δίπλα στις φυλακές Κορυδαλλού γι’ αυτό δεν χρειάζεται να αποφυλακιστεί αφού η κοντινή αυτή απόσταση μπορεί να καλύψει την περίθαλψή της. Αυτό που δε λένε είναι ότι οι συνθήκες της φυλακής είναι άθλιες και ότι χρειάζονται 7-10 ώρες για να μεταφερθεί στο νοσοκομείο για να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας. Όλα αυτά αποβλέπουν στην ψυχική και σωματική εξόντωση της συντρόφισσας.
Αλλά η Στέλλα δε μασάει. Διατηρεί και εντός των τειχών με αξιοπρέπεια τον αγώνα ενάντια στην εποχή μας. Δηλώνει δυναμικά ότι ο αγώνας στη φυλακή δεν τερματίζεται απλώς περιορίζονται τα μέσα. Αυτή της η αξιοπρεπής στάση καθώς και η συνολική της δράση ως αναρχική μας δημιουργεί αισθήματα συντροφικότητας και αλληλεγγύης. Στέλλα γερά ως τη λευτεριά.
ΟΥΤΕ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ, ΟΥΤΕ ΑΝΤΡΙΚΕΣ
ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ Σ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ


Χώρος Λυσσασμένων Νομικής

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

Η κουλτούρα των δρόμων είναι προϊόν της φτώχιας και της αντίληψης μερίδας της νεολαίας ότι οι κοινωνικές σχέσεις δεν δημιουργούνται σε καφετέριες, μπαρ, κλαμπ, σκυλάδικα, εστιατόρια κ.α. κι ότι αυτά είναι φυλακές τις σκέψης, προϊόντα αλλοτρίωσης και αποσυμπίεσης των μαζών αλλά και εργαλεία συντήρησης των εμπορευματικών αξιών. Γι’ αυτό το λόγο βρήκαν καταφύγιο σε μέρη όπως πλατείες, πάρκα και πεζόδρομους όπου οι σχέσεις στρέφονται ενάντια σε σχέσεις εκμετάλλευσης του εργοδοτικού δεσποτισμού, στην ενίσχυση του κέρδους, της καταστολής και τον περιορισμό.
Αυτή η αποστροφή απ’ τα κοινωνικά πρότυπα μερίδας των νέων είναι άκρως γοητευτική για μας γιατί αντιτάσσεται στην κανονικότητα, οπλίζει τις συνειδήσεις και ομορφαίνει την πλήξη των μεγαλουπόλεων. Η εξοικείωση με τη βία που εντοπίζεται στα άτομα που επιλέγουν αυτού του είδους τη ζωή είναι ένα μέσο που μπορεί να εντείνει τις ριζοσπαστικές πρακτικές σαν ένα όπλο προώθησης της επαναστατικής διεργασίας και του εξεγερσιακού ΤΩΡΑ. Επίσης, η αντίληψη για απέχθεια προς τους νόμους και τους μπάτσους σημαίνει ότι κάθε θώρακας του καπιταλισμού και της εξουσίας είναι άμεσα εχθρικός. Η απλότητα και η ενέργεια που ξεχειλίζουν από τα υποκείμενα της άγριας νεολαίας μπορούν να εξελιχθούν άμεσα σε επιθέσεις νυχτερινού τύπου κάτω απ’ τα φώτα της κοινωνικής ειρήνης σε μπάτσους, φασίστες, τράπεζες, μαφιόζους και όλη τη συστημική σαπίλα, κρατική και παρακρατική. Γιατί το ίδιο απλές κι ενεργητικές είναι αυτές οι κινήσεις. Στο δρόμο αποφασίζονται, εκεί εκτελούνται κι εκεί επιτυγχάνονται.
Ο δρόμος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των πρακτικών μας, μακριά από αμφιθέατρα και χώρους ανώφελων ρητορειών. Η άγρια νεολαία με τη διάθεση για διαρκή σύγκρουση που τα διέπει θα μας ελκύει πάντα για να ανοίγουμε το λόγο μας, διότι τα στοιχεία αυτών των δυναμικών χαρακτήρων μας ενώνουν όπως μας ένωσαν και το Δεκέμβρη του ’08 που από την κοινή μας επιθυμία και καύλα για ζωή δημιουργήθηκε ο καταστροφικός πυροκροτητής που ενέπνευσε τους ταραχοποιούς για κοινή σύμπλευση σκηνικών χάους.
Αν μη τι άλλο, αυτά τα κομμάτια της νεολαίας είναι πολύ πιο κοντά σε μας από τη σάπια νεολαία των πανεπιστημίων. Μια συνύπαρξη από άτομα με ανάγκη για πτυχία, καριέρα και μια προδιαγεγραμμένη ζωή της υποταγής που ακόμη κι αν της επιβληθεί πτυχίο στους 6 μήνες θα το δεχθεί αμαχητί. Είναι άξιοι της μοίρας τους, απωθητικοί για μας και σίγουρα ΑΧΑΡΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΕΞ. Η μόνη μας ελπίδα είναι κάποιες μειοψηφίες από τους δούλους των πανεπιστημιακών δεσμών (στους οποίους συμπεριλαμβάνουμε και τους εαυτούς μας κάνοντας την αυτοκριτική μας) να ενωθούν και να απαξιώσουν την lifestyle φοιτητική κουλτούρα και να ενστερνιστούν τον πολιτικοποιημένο, δρομίσιο χουλιγκανισμό.
Δυστυχώς για μας και δυστυχέστερα για τους ίδιους υπάρχουν και τα υποσύνολα του δρόμου που φλερτάρουν ή εντάσσονται με την ακροδεξιά. Αυτοί θα μας βρίσκουν μπροστά τους, όχι με προπαγανδιστικά κείμενα πολιτικάντικου τύπου που αποβλέπουν σ’ ένα λαϊκίστικο, ανεπιτυχές χτύπημα στο φασισμό, αλλά με τσεκούρια στα κεφάλια. Γιατί η αμεσότητα απ’ την οποία αυτοκαθοριζόμαστε μας δημιουργεί την επιθυμία να λειτουργούμε απευθείας, χωρίς πολλά λόγια σε κατά μέτωπο επιθέσεις εναντίον των φασιστών χωρίς διαμεσολαβητές και κοινωνική αποδοχή. Τα τούβλα που βρίσκουμε στις οικοδομές και τα γιαπιά των γειτονιών θα υπάρχουν στις τσέπες για κάθε ναζιστικό κρανίο.
Εκτός από σχολεία, σχολές, εργασιακούς χώρους και αλλά ‘‘επίσημα’’ κομμάτια δυνάμενα προς απεύθυνση προσεγγίζουμε κι ένα κομμάτι πιο απρόσωπο, πιο δυσεύρετο και πιο περιθωριοποιημένο. Γιατί η λύσσα, η οργή, η επιθυμία κι η άρνηση εντοπίζεται σε κάθε δρόμο, πλατεία, πάρκο από ανυπότακτες και ανυπότακτους. Φτάνει να στραφεί προς μια κατεύθυνση που θα δημιουργεί ρήγματα στη μικροαστική αγανάκτηση.
Πρωτοβουλία από Χώρο Λυσσασμένων Νομικής

Τα παιδιά των εργατών είναι τα σκυλιά των αφεντικών

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ

(και η πρωτοπορία του εθνικού κορμού..)

Αν η ελληνική αριστερά (και όχι μόνο…) συγκροτείται μέσα από μια εργατολαγνεία που είναι συνυφασμένη με έντονο εθνικισμό, σεξισμό και αντισημιτισμό σε βαθμίδες που ποικίλλουν το ΚΚΕ είναι η πιο επιθετικά οργανωμένη εκδοχή της γι’ αυτό οποιαδήποτε ριζοσπαστική ρήξη περνάει και από τη συντριβή του ως η κορφή του παγόβουνου του αριστερού εθνικισμού.

Παραθέτουμε μερικά  παραδείγματα για να δείξουμε γιατί για μας ο αστυνομικός ρόλος που έπαιξε η δομή του κκε στις 20 οκτώβρη όχι μόνο δε μας εξέπληξε αλλά ήταν μια ευκαιρία να συγκρουστούμε με τη συλλογική πρακτική που οργανώνει: αυτή της ελληνικής εργατικής ηθικής. Καθώς είμαστε η τάση ανάμεσα σε αυτούς που βρέθηκαν στη σύγκρουση με το κόμμα που δεν το καταγγέλουν για καμιά προδοσία της εργατικής τάξης, αλλά αντιθέτως βλέπουμε στην ίδια την παραγωγή της εργατικής/ταξικής συνείδησης που το κκε επιτελεί και υπερασπίζεται ένα όριο στις πρακτικές σύγκρουσης που μπορούν να καταστρέψουν το έθνος, το φύλο και την οικονομία σα συστήματα εξουσίας που παράγουν και συντηρούν τη μορφή κράτος.

Είναι αυτό που κατήγγειλε σα δράση πρακτόρων την κατάληψη του πολυτεχνείου στις 14/11/1973 με την πανσπουδαστική Νο 8 και είπε το ίδιο ποιηματάκι για κάθε μαχητική στιγμή που παρήγαγε ο κοινωνικός πόλεμος μεταπολιτευτικά.

Έχει ξαναπαίξει τον ρόλο των μπάτσων όπως στην πορεία της 17 νοέμβρη του 1998 όταν ρουφιάνεψε 153 διαδηλωτές (κυρίως μέλη του black block) στα ΜΑΤ. Και για να περάσουμε στα λιγότερο κλασικά παραδείγματα:

Όταν έγινε το ρατσιστικό πογκρόμ το Μάη του 2011 με τους εκατοντάδες τραυματίες μετανάστες ζητούσε περισσότερους μπάτσους στις γειτονιές για την ασφάλεια των ρατσιστών ελλήνων κατοίκων και των νεοναζί πρωτοποριών.

Δεν είναι μακριά η εποχή των early 90’s που οι μάτσο πατριώτες οικοδόμοι της βάσης του έδερναν μαζικά όποιο ξένο έκριναν ότι απειλούσε τα μεροκάματα τους, ενώ ακόμα και οργανωμένα βρέθηκαν συνδικάτα οικοδόμων που εκκαθάριζαν εργοτάξια από ξένους (πχ 07/04/1994 θεσσαλονίκη). Δηλαδή εκτός από κατασταλτικός μηχανισμός για κάθε ριζοσπαστική δράση οργάνωσε και ενίσχυσε τον πολύ ισχυρό ρατσισμό της ελληνικής εργατικής βάσης του ενάντια στους ξένους.

Στο μόνο κίνημα που δεν ήταν ανοιχτή εσωτερική καταστολή ήταν το αντιπολεμικό του ’99 όταν ο αντιαμερικανισμός και η ελληνοσερβική φιλία έγιναν ένα όπλο του ελληνικού αντιαλβανικού ρατσισμού. Πλέον οι ελληναράδες έστελναν στο νοσοκομείο και άφηναν απλήρωτους σαν αφεντικά τους αλβανούς μετανάστες και ως UCKδες πράκτορες του ΝΑΤΟ.

Είναι το κόμμα που θεωρεί την ομοφοβία αντιιμπεριαλιστική αρετή για την προστασία της ελληνικής λαϊκής οικογένειας και θεωρεί το αίτημα για 1300 ευρώ μισθό επαναστατικό ενώ τους gay γάμους αντιδραστική αμερικανιά (πόσο ελληνίλα μπορεί να βρωμοκοπάει!!)

Η υπόλοιπη αριστερά στη συντριπτική πλειοψηφία της (ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.) στήριξε πολιτικά απόλυτα τους κόκκινους μπάτσους παρά τη δολοφονική βία που δέχτηκαν μέλη της (μάρμαρα, ρίψεις προσώπων στο κενό). Κατήγγειλε σύσσωμη το black block, που μόνο αυτό επιυέθηκε στη στρατιωτικοποιημένη περιφρούρηση του ΠΑΜΕ με τρόπο ικανό να την ανακόψει (πέτρες μολότοφ, πυροσβεστήρες) και την ανάγκασε να αποκαλύψει το ρόλο της και να κάνει κοινή έφοδο με τα ΜΑΤ. Ένας κώδικας σύμπνοιας που θυμίζει τις κοινές επιθέσεις Ματ-Χρυσής Αυγής.

Ο λόγος αυτής της παναριστερής ενότητας είναι ότι όλες οι συνιστώσες της κυλιούνται λίγο-πολύ στον ίδιο βούρκο. Θεωρούν ως κύριο εχθρό τη χούντα ΔΝΤ-ΕΕ, ο αντικαπιταλισμός της περιστρέφεται γύρω απ’ τον περιορισμό τους διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που αποτελεί έναν εκσυγχρονισμό του αντισημιτικού αντικαπιταλισμού που βλέπει τον εχθρό στους απάτριδες τοκογλύφους. Εγκλωβίζει τον κοινωνικό πόλεμο γύρω από εθνικά θέματα: τη διαγραφή ή όχι του δημόσιου χρέους, αν το εθνικό νόμισμα θα ‘ναι ευρώ ή δραχμή.

Προφανώς επειδή δε θέλουμε να είμαστε παιδιά των εργατών αλλά εχθροί κάθε καταγωγής, κληρονομιάς και πατρίδας δεν τιμούμε το νεκρό εργάτη δημήτρη κοτσαρίδη, επειδή απεχθανόμαστε τη νεκρόφιλη εξιδανίκευση των εκάστοτε θυμάτων. Αυτό είναι άλλωστε το αγαπημένο σπορ του αριστερού πατριωτισμού, που συντηρεί την πάντα θυματοποιημένη ελληνική ταυτότητα. Σπορ το οποίο δεν το έχει αποφύγει και η ελληνική αντιεξουσία σε διάφορες περιπτώσεις.

Η ουσιαστική πολιτική συνταύτιση της αριστεράς με την ανακοίνωση των μπάτσων για τον πρώτο νεκρό σε διαδήλωση την οποία οργάνωσαν και συμμετείχαν απλά δείχνει τις διαχρονικές της πλάτες στο πλέγμα ασφαλείας, Γιατί η αριστερά εκπροσωπεί μια κοινωνία που ενώ αποκλείεται ολοένα και περισσότερο απ’ την κατανάλωση και το μισθό αγχώνεται για περισσότερη πατρίδα, οικογένεια και εργασία. Γι’ αυτό το γκρέμισμα του ελληνικού εθνικού βόθρου περνά μέσα από το θάψιμο, οργανωτικό και πολιτικό της αριστερής πλευράς του που ενίοτε ξεπερνά και τα αριστερά σύνορα.

XΩΡΟΣ ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ

ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ: Θέση μάχης ενάντια στο δηλητήριο του πολιτικού και του αριβισμού


Δεν ενδιαφερόμαστε να μιλήσουμε συνολικά για το συντεχνιασμό και τον κομφορμισμό που συγκροτεί και διαρθρώνει τους λόγους και τις δράσεις των φοιτητικών κύκλων. Γιατί θα καταναλώσουμε πολύ χαρτί και μελάνι. Ειδικά αυτές που επενδύονται στο πεδίο της «πολιτικής εξουσίας»-δηλαδή την τεχνολογία κυριαρχίας μέσα από την οποία η καπιταλιστική προσταγή, ο φαλλογοκεντρισμός* και η κατανάλωση ενισχύουν την ηγεμονία τους εντάσσοντας τους όποιους ριζοσπαστικούς-ανταγωνιστικούς κραδασμούς μέσα στο καθεστώς αλήθειας της δημοκρατίας, της ισότητας και του δικαίου. Έννοιες που παράγουν το σώμα του λαού, τη μαζική παράνοια των πειθήνιων υπηκόων που απαιτούν ιεραρχία, ιδιοκτησία, αποκλεισμούς και ηγέτες και επιδιώκουν το μεγαλύτερο σύνολο προνομίων μέσα στο προαναφερόμενο σύστημα προσδοκιών και επενδύσεων. Η γλώσσα την οποία μιλάει αυτή η τεχνική καθυπόταξης κάθε κοινωνικότητας στην μορφή-κράτος είναι αυτή των δικαιωμάτων (φιλελεύθερων, κοινωνικών ή λαϊκών, όπως προτιμά κανείς ανάλογα με το αν είναι με τ’αριστερά ή τα δεξιά αφεντικά, ούτως ή άλλως όλα τα ίδια σκατά είναι).
Είναι γνωστό πως όσο και αν το θέαμα, δηλαδή οι εικόνες της κατανάλωσης που μας κατακλύζουν, έχει εντάξει τις πολιτικές τελετουργίες των κρατικών θεσμών-μηχανισμών στο συντακτικό του παραμερίζοντας το κεντρικό ρόλο που είχαν στην κατασκευή των ταυτοτήτων και των ιδεολογικών προσδιορισμών των υπηκόων, το πολιτικό lifestyle συνεχίζει να είναι ένα βασικό placebo φοιτητικής μιζέριας που αποκρυσταλλώνεται τις κοινωνικές στάσεις του αριβισμού, του επιστημονισμού και του τεχνοκρατισμού που κάνουν τους φοιτητές zombies έτοιμα να υποστούν κάθε εξευτελιστικό έλεγχο και υποταγή για να μπουν στις καβαντζωμένες κλίκες που θα τους εξασφαλίσουν μια θέση διευθυντή, που θα τους βάλει στο ρόλο του αφεντικού στον καταμερισμό εργασίας, να πουλάνε μούρη ως ειδικοί και επιστήμονες (δηλαδή φορείς του ουδετεροποιημένου λόγου αληθείας στην καπιταλιστική σχέση) ενισχύοντας στην πράξη το δεσποτισμό και την ειρήνη του χώρου εργασίας, της σχολικής τάξης, του νοσοκομείου και του ψυχιατρικού καταστήματος, να σχεδιάζουν τα σώματα που θα αδημονούν για κάθε νέο hype της βιομηχανίας της διασκέδασης και φυσικά την οργάνωση των αρχετυπικών πειθαρχικών μηχανισμών της δημοκρατίας, της φυλακής και του στρατώνα. Αυτός είναι ο κοινωνικός ρόλος πετυχημένου προϊόντος του εκπαιδευτικού εργοστασίου.
Αφού λοιπόν ευχηθούμε καλή αποτυχία και καλά ναυάγια για τα μικροαστικά όνειρα των εκροών (απεκκρίσεων) του πανεπιστημίου, υπενθυμίζοντας την καταστολή, την αυτο-επιτήρηση, την ψυχολογική εξαθλίωση που συνοδεύουν τη θέληση για καριέρα αλλά και ευρύτερα το μότο όπου ο καθένας μόνος μεριμνά για τη δουλειά ΤΟΥ, το σεξ ΤΟΥ, την οικογένεια ΤΟΥ, την υγεία ΤΟΥ ακριβώς δηλαδή το αυτάρεσκο και (χαζο)χαρούμενο υποκείμενο που κομμάτι του οποίου είναι πέρα από τις φιγούρες του φυτού, του γλείφτη είναι και αυτή του συνδικαλισμένου φοιτητή.
Μ’αυτήν θ’ ασχοληθούμε τώρα. Για μια περιγραφή των πολιτικών μορφωμάτων και το συγκεκριμένο τρόπο που κάθε ένα πριμοδοτεί και ενισχύει την οριοθέτηση στη φοιτητική κανονικότητα. Τα μοντέλα πολιτικοποίησης ανθούν. Παρατάξεις κομμάτων απ’τη δεξιά ως την άκρα αριστερά. Ανεξάρτητες φοιτητικές παρατάξεις υποσχόμενες άμεσες σχέσεις με καθηγητές, καριέρα και συμμετοχή στο lifestyle χωρίς κομματική ταμπέλα καμιά φορά πλασαρισμένες στη λαϊκιστική-συσπειρωσιακή μορφή του αντιιεραρχικού σχήματος για τους φοιτητές που είναι «συντηρητικοί» αλλά τους αρέσει να αισθάνονται ελεύθεροι και απολίτικοι. Άλλωστε η μορφή σχήμα-συσπείρωση ήταν ένα μοντέλο εγκλωβισμού στα τερτίπια της πολιτικής ηγεμονίας όσων αριστερών στα 70’s είχαν έρθει σε ρήξη με το ΚΚΕ και τις λοιπές αριστερίστικες γκρούπες που ξεκίνησε από μια διαφωνία στο εσωτερικό του δεξιού ΚΚΕ εσ. τη Β πανελλαδική. Αυτή λειτούργησε και λειτουργεί ακόμα κατασταλτικά απέναντι στις αντισυνδικαλιστικές και αντισυντεχνειακές μειοψηφίες που γεννούν κατά καιρούς. Ακόμα και τώρα βλέπεις σε μορφώματα τύπου εαακ από τη μία ένα ψευδοεπαναστατικό εκτονωτικό προφίλ, που χτυπάει τη σχέση-πανεπιστήμιο ανώδυνα μόνο σε σχέση με την ιεραρχία καθηγητών-φοιτητών και τις φοιτητικές παροχές εξαρτώντας οποιαδήποτε δράση απ’την αφαιρετική ιδεολογική κατασκευή των φοιτητικών συμφερόντων και συνεπώς τα πλαίσια των φοιτητικών συνελεύσεων και το ρόλο της αριστεράς-και προφανώς δεν ασχολούμαστε καν με τους τελειωμένους κρατικοκαπιταλιστές του Συριζα και του ΚΚΕ που διακηρύττουν ότι οι γνωσιολογίες και τεχνολογίες των αφεντικών που πουλάει το εκπαιδευτικό σύστημα έχουν μορφωτική αξία για το λαό (για τους προλετάριους και τους μικροαστούς δηλαδή, αντίληψη κοινωνικών συμμαχιών που θρέφει όλη την κρατικολατρεία και την εθνική ορθότητα της αριστερής πρακτικής). Ούτε λόγος για το σαμποτάζ των αιχμών της πανεπιστημιακής παραγωγής, ειδικά αυτών που σχετίζονται με την ασφάλεια και την αναδιοργάνωση των παραγωγικών σχέσεων, για συνάντηση με κοινωνικές φιγούρες με διαφορετικές ή εχθρικές προς τη φοιτητική του ταυτότητες, όπως μετανάστες, μικροπωλητές, χειρώνακτες, τοξικομανείς, ψυχικά ασθενείς κλπ και κυρίως ανάδειξη του γεγονότος ότι στο ελληνικό προπτυχιακό πανεπιστημιακό σύστημα η κύρια θεσμική πειθαρχική παράμετρος είναι ο περιοδικός εξεταστικός έλεγχος, και η υλική μικροφυσική της κυριαρχίας βρίσκεται στις φιλοδοξίες και στις ιεραρχίες των «αθώων» φοιτητικών παρεών. Αναγκαστικά πρέπει να επιδιώκουμε τη διχοτόμηση αυτών των επίπλαστων ενοτήτων και την αναίρεση των ταυτοτήτων που περιέχουν.
Όσοι γράφουμε και μοιράζουμε καμιά αλήθεια δεν ενδιαφερόμαστε να την ανακαλύψουμε και να σας τη σερβίρουμε όπως κάθε τύπου «ιδεολογική πρωτοπορία», απλώς επιδιώκουμε με μια σειρά από αντι-πολιτικές προβοκάτσιες να αναταράξουμε και τελικά να καταστρέψουμε τις προκατασκευασμένες ταμπέλες που μας προσδιορίζουν είτε σχετίζονται με το έθνος είτε με το φύλο και το σεξ είτε τη θέση στον καταμερισμό εργασίας και εκπαίδευσης αντιλαμβανόμενοι ότι όλες αυτές οι καταστάσεις είναι προϊόν σχέσεων εξουσίας ιστορικά συγκροτημένων μέσα στον κοινωνικό ανταγωνισμό, για να εξασφαλίσουμε τις δικές σας θέσεις μάχης σε αυτή τη διαδικασία πάλης. Κάθε μοριακή μειοψηφία μπορεί να καταθέσει της δικές της πρακτικές ρήξης ώστε να διεγείρει και να συναρθρωθεί με άλλες αρνήσεις και να παράγει τις δικές της καταφάσεις. Στο παράδειγμα του Πανεπιστημίου, ο αγώνας ενάντια στην εξημερωτική λειτουργία του θεσμού σε μια εποχή που η σχολειοποίηση της καθημερινότητας και η μετατροπή της εκπαίδευσης σε επιδημικά επεκτεινόμενη μορφή ελέγχου απ’το θεσμό της επιχείρησης τάση, η όξυνση της κριτικής των λειτουργιών που παίζει συνολικά στον κοινωνικό ανταγωνισμό είναι ένα επιτακτικό επίδικο. Σε κάθε θεσμό χρειαζόμαστε υποκείμενα που θα έχουν γείωση σ’αυτόν για δράση έξω και ενάντια του. Μια ποιοτική κυρίως διεύρυνση τους θα καταστήσει δυνατό στο παράδειγμα ας πούμε του πανεπιστημίου ένα διαρκές σαμποτάζ της εκπαιδευτικής παραγωγής, τόσο της εξεταστικής διαδικασίας όσο και της πανεπιστημιακής τεχνολογίας και έρευνας και να καταστήσει την επίτευξη στόχων που θα θέσουν ριζοσπαστικές μειοψηφίες όπως η κατάργηση των εξετάσεων ή η διάλυση των μεταπτυχιακών σπουδών. Μέσα από καταλήψεις χώρων, συγκρούσεις με τους επιτηρητές, τους μπάτσους, τους ασφαλίτες, ώστε μέσα από την αυτοαξιοποιητική κοινωνικοποίηση μας  να αλλάξουμε την ποιοτική λειτουργία των χώρων και των σχέσεων χωρίς να ξεχνάμε δύο κομβικά σημεία στην οργάνωση των πειθαρχιών μας και τις δυνατότητες ανατροπής τους: την πολιτική κατασκευή του διαχωρισμένου τομέα της εκπαιδευτικής/επιστημονικής παραγωγής και την ιεραρχία σημειολογική και υλική μεταξύ διανοητικής-χειρονακτικής εργασίας.
Η μορφή ας πούμε των καταλήψεων αιθουσών ή ολόκληρων σχολών και η εκτροπή τους από την κανονική τους λειτουργία μπορεί να παράγει χώρους άμεσης ικανοποίησης των αναγκών μας με τρόπο εχθρικό προς τις επιλογές των αφεντικών. Μπορεί να παράγει δημιουργία κέντρων αντιπληροφόρησης για τον κοινωνικό πόλεμο τόσο μέσα όσο κι έξω από τα σύνορα του ελληνικού κράτους ή συλλογικοποιήσεις που θα αποδομούν τους λόγους και τις στρατηγικές γνώσης-εξουσίας μέσω των οποίων η επιστήμη και οι ειδικοί επιτηρούν τη ζωή μας και χειρίζονται τα σώματα μας και θα σχεδιάζουν αντιιεραρχικές σχιζοφρενικές συζητήσεις (παραδειγματική θεματολογία: o Δεκέμβρης του ’08 ως απόπειρα υπέρβασης του πρωκτικού σταδίου της υποκειμενοποίησης, ο θάνατος του «κακού δελτά» Σπύρου Θεοδώρου και η αύξηση των εργατικών ατυχημάτων των μπάτσων, καπιταλιστική βιοεξουσία: κατάσταση εξαίρεσης και στρατόπεδα συγκέντρωσης στην ελληνική δημοκρατία).
Αναπόσπαστο κομμάτι άλλωστε κάθε ρηξιακής διαδικασίας είναι η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπώλιο της βίας, ειδικά σε μια συγκυρία που το καθεστώς ασφάλειας με την τακτική της μηδενικής ανοχής οργανώνει μαζικά τους φοβικούς πανικούς και το ρατσιστικό ζόφο των Ελλήνων, χτυπώντας ανελέητα κάθε αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας και του δεσποτισμού τόσο των μικρών όσο και των μεγάλων αφεντικών. Από τις καμμένες τράπεζες και τις σπασμένες βιτρίνες ως την εξευτελιστική διάψευση στα μάτια διευρυμένων κοινωνικών κομματιών της ισχύος των πάνοπλων μπάτσων με τη συνεχή βίαιη παρενόχληση/ακύρωση της κατασταλτικής τους δράσης.
Προφανώς οι αναφερόμενες μορφές είναι απλώς ενδεικτικές. Ο καθένας οργανώνει με τους δικούς του όρους και στους δικούς του χρόνους τα σημεία σύγκρουσης με το υπάρχον.
Συμπερασματικά η διάλυση του πολιτικού στο κοινωνικό και στη μικροφυσική της καθημερινής ζωής ενάντια στους μηχανισμούς του κράτους και το διαχειριστικό αίτημα της πολιτικής ηγεμονίας σε αυτούς και της εργαλειακής χρήσης τους. Ο Γκράμσι είναι νεκρός και οι θιασώτες του ζόμπι.